Search

a2law-tomeis-dikaiou-05

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Όραμα… για να βλέπετε πέρα ​​από τις διαμάχες

Η διαμεσολάβηση είναι μέσο εναλλακτικής επίλυσης μίας διαφοράς (ΜΕΕΔ) και ορίζεται ως μία διαρθρωμένη διαδικασία, η οποία στηρίζεται στην εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία. Με τη διαμεσολάβηση δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά, με τη βοήθεια ενός τρίτου ουδέτερου προσώπου, του διαμεσολαβητή.
Με τη διαμεσολάβηση επιδιώκεται η εξεύρεση μίας κοινώς αποδεκτής λύσης. Για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι αδιάφορη η εξεύρεση της αλήθειας ή η νομιμοποιητική βάση της συμφωνίας, σε αντίθεση με τη δικαστική απόφαση που ναι μεν θα δώσει λύση, εφαρμόζοντας όμως τους κανόνες δικαίου και ανάγοντας τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης σε αυτούς.
Κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικών, ούτε βεβαίως η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρικών καταθέσεων. Σκοπείται όμως, με την ουδέτερη καθοδήγηση του διαμεσολαβητή, η εξεύρεση του πραγματικού συμφέροντος των μερών, που θα τα απομακρύνει από τη στείρα διατύπωση των θέσεων τους, όπως αυτό συμβαίνει ενώπιον των δικαστηρίων αλλά και της διαιτησίας.
Επί της ουσίας η διαμεσολάβηση είναι διαπραγμάτευση, με την οποία παρέχεται η ευελιξία της επιλογής οποιασδήποτε λύσης ικανής να οδηγήσει στην επίλυση της διαφοράς, ανεξαρτήτως του τρόπου και του μέσου.
Ο διαμεσολαβητής σε όλη τη διαδικασία οφείλει να προσεγγίζει την υπόθεση ολιστικά και να δίνει την ευκαιρία στα μέρη να εξεύρουν δυναμικές και συμφέρουσες λύσεις, βλέποντας πάντα τη μεγάλη εικόνα των κοινών συμφερόντων τους. Η τελική συμφωνία εναπόκειται πάντοτε στη βούληση των εμπλεκομένων μερών.
Η διαμεσολάβηση είναι συνήθως μία λιγότερο ψυχοφθόρα διαδικασία σε σχέση με την επιλογή της δικαστικής οδού και οι λύσεις στις οποίες καταλήγουν τα μέρη μέσω αυτής, είναι «win-win» και κατά συνέπεια έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες βιωσιμότητας σε σχέση με τις λύσεις που επιβάλλονται από τα δικαστήρια αλλά και από τις διαιτητικές αποφάσεις.
Επιπλέον η διαμεσολάβηση είναι μία λιγότερο κοστοβόρα και χρονοβόρα διαδικασία.
Με το Ν. 4640/2019 προβλέπεται ότι στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα – πελάτη του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην αρχική υποχρεωτική συνεδρία (ΥΑΣ) και τη διαδικασία αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του Νόμου.

2. Βασικές Αρχές στη διαμεσολάβηση.
α) η αρχή της αυτονομίας των μερών. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή τα μέρη μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα το διαμεσολαβητή, καθώς και τους διαδικαστικούς κανόνες που θα ακολουθηθούν, αλλά και τα μέρη που θα συμμετέχουν στη διαμεσολάβηση.
β) η αρχή της ισότητας των μερών.
γ) Η αρχή της ελευθερίας των μερών για την υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τη συμμετοχή σε αυτή και τη δυνατότητα αποχώρησης από τη διαδικασία αναιτιολόγητα σε οποιαδήποτε στιγμή ακόμα και μέχρι την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
δ) η αρχή της ευθυδικίας, σύμφωνα με την οποία ο διαμεσολαβητής είναι υποχρεωμένος να τερματίσει τη διαδικασία, στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι κάποιο μέρος προσπαθεί να την τορπιλίσει ή όταν οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγούν σε λύση παρά μόνο σε αδιέξοδο,
ε) η αρχή της αμεροληψίας, δηλαδή της ουδετερότητας του διαμεσολαβητή, σύμφωνα δε με αυτήν την αρχή, πολλοί κώδικες δεοντολογίας διαμεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού επιτάσσουν την υποχρέωση γνωστοποίησης στα μέρη, περιστάσεων που δύναται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων.
και
στ) η αρχή της εμπιστευτικότητας και του απορρήτου. Σύμφωνα με αυτήν την τελευταία αρχή, όσα διαμείβονται κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης παραμένουν εμπιστευτικά και δεν μπορούν με κανένα τρόπο να χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε επακολουθούσα δίκη ή άλλη διαδικασία. Επίσης όσα μεταφέρονται στο διαμεσολαβητή κατά τη διάρκεια των κατ’ ιδίαν συναντήσεων από το ένα μέρος, δεν κοινολογούνται στο άλλο μέρος, παρά μόνο κατόπιν ρητής συναίνεσης.